Ενημέρωση   /   'Αρθρα-Δηλώσεις-Παρεμβάσεις   /   ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΡΘΡΩΝ

Άρθρο Προέδρου Ε.Β.Ε.Π., Βασίλη Κορκίδη στο Ειδικό Αφιέρωμα της Εφημερίδας Δημοπρασιών ενόψει της 90ης Δ.Ε.Θ.
10/09/2026 - ΠΗΓΗ: Ε.Β.Ε. ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αναγκαίο ένα «οικονομικό συμβόλαιο βιωσιμότητας» μεταξύ πολιτείας και μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που θα μετατρέψει τη δημοσιονομική πρόοδο σε επενδύσεις, θέσεις εργασίας και πραγματική ανάπτυξη

 

Η φετινή ΔΕΘ αποτελεί για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις κάτι περισσότερο από έναν καθιερωμένο σταθμό οικονομικών εξαγγελιών. Αποτελεί ίσως την τελευταία ευκαιρία να δοθούν συγκεκριμένες απαντήσεις στα προβλήματα που συσσωρεύτηκαν και, κυρίως, να διευθετηθούν οι εκκρεμότητες που έχουν διαμορφωθεί την τελευταία τετραετία, ώστε να προχωρήσουμε στην επόμενη ημέρα της ελληνικής επιχειρηματικότητας.

 

Η φετινή ΔΕΘ δεν πρέπει να περιοριστεί σε έναν κατάλογο εξαγγελιών. Οι ΜμΕ δεν ζητούν περισσότερα μέτρα, αλλά αυτά που δικαιούνται από το μερίδιο της ανάπτυξης που δημιούργησαν. Δεν ζητούν προσωρινές παροχές, αλλά μόνιμες λύσεις. Η πρόταση του ΕΒΕΠ είναι ένα «οικονομικό συμβόλαιο βιωσιμότητας» μεταξύ πολιτείας και μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που θα μετατρέψει τη δημοσιονομική πρόοδο σε επενδύσεις, θέσεις εργασίας και πραγματική ανάπτυξη. Γιατί, τελικά, το ζητούμενο δεν είναι τι θα ανακοινωθεί, αλλά το «μέρισμα» που θα μείνει στην αγορά μετά τη ΔΕΘ.

 

Είναι γεγονός αδιαμφησβήτητο, πλέον, ότι, οι ΜμΕ θέλουν να ακούσουν στη ΔΕΘ πως θα κλείσουν οι εκκρεμότητες της τετραετίας για περισσότερη ρευστότητα, μόνιμη ελάφρυνση της φορολογικής επιβάρυνσης, μείωση του μη μισθολογικού κόστους, αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους, επανεξέταση της ψηφιακής γραφειοκρατίας, ταχύτερες αδειοδοτήσεις, κίνητρα για επενδύσεις και εξαγωγές, επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό, σύγχρονες υποδομές και αξιοποίηση των επιχειρηματικών πάρκων.

 

Το βασικό μήνυμα είναι πως οι ΜμΕ, που η Ε.Ε. εξακολουθεί να τις χαρακτηρίζει ως τον βασικό κορμό της επιχειρηματικής οικονομίας και παρακολουθεί ειδικά την Ελλάδα μέσω του SMEPerformanceReview, δεν ζητούν μέρισμα χωρίς να έχουν συνεισφέρει. Τα στοιχεία είναι αδιαμφησβήτητα και εξόφθαλμα προφανή. Μέσα σε διαδοχικές κρίσεις στήριξαν την απασχόληση, αύξησαν την παραγωγή και τον κύκλο εργασιών τους, διεύρυναν τη φορολογητέα ύλη, επένδυσαν, εξήγαγαν και κράτησαν όρθια την αγορά.

 

Γι’ αυτό θεωρώ ότι έχει ιδιαίτερη αξία να εξετάσουμε και αριθμητικά τι έδωσαν οι ΜμΕ και τι δικαιούνται να πάρουν πίσω από το «μέρισμα» της ανάπτυξης. Αν θέλουμε, λοιπόν, να αποτυπώσουμε τι έχουν προσφέρει οι ελληνικές ΜμΕ από την κρίση μέχρι σήμερα, το σωστό είναι να μην περιοριστούμε μόνο στον τζίρο. Η συμβολή τους φαίνεται κυρίως σε προστιθέμενη αξία, απασχόληση, επενδύσεις, φορολογική βάση και ανθεκτικότητα της οικονομίας .

 

Η δύναμη των αριθμών δεν αφήνει πεδία παρανοήσεων. Ας δούμε λοιπόν τα στοιχεία. Η Ε.Ε. υπολόγισε αύξηση της πραγματικής προστιθέμενης αξίας των ελληνικών ΜμΕ κατά 0,6% και της απασχόλησης κατά 2,9%, ενώ για το 2025 προέβλεπε +7% και +5% αντίστοιχα. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η απασχόληση από τις ΜμΕ στην Ελλάδα, όπου έχουν πολύ μεγαλύτερο βάρος στην αγορά εργασίας από ό,τι στις περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες. Αυτό σημαίνει ότι μεγάλο μέρος του 14% της αύξησης της απασχόλησης, μετά το 2019, πέρασε μέσα από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

 

Το ίδιο ισχύει για την παραγωγή εισοδήματος, εάν θεωρήσουμε ότι οι ΜμΕ δημιουργούν σήμερα περίπου 65-70 δισ. ευρώ προστιθέμενης αξίας ετησίως. Για την περίοδο 2019-2026, η σωρευτική προστιθέμενη αξία που παρήγαγαν μπορεί να τοποθετηθεί, σε ονομαστικούς όρους, στην περιοχή των 380-420 δισ. ευρώ. Πρόκειται, βεβαίως, για τάξη μεγέθους και όχι για επίσημο σωρευτικό μέγεθος, επειδή θα πρέπει να προστεθούν τα ετήσια στοιχεία του 2026.

 

Όμως αυτή η συνεισφορά αποκτά μεγαλύτερη σημασία, αν θυμηθούμε τι μεσολάβησε, πανδημία, ενεργειακή κρίση, πληθωρισμός, αύξηση επιτοκίων και πόλεμοι. Παρά τις κρίσεις, οι ελληνικές ΜμΕ διατήρησαν μεγάλο μέρος της απασχόλησης και επανήλθαν σε ανάπτυξη.

Και όσον αφορά στο πολιτικό πεδίο, σε αυτή την ιδιάζουσας σημασίας για την οικονομία χρονική συγκυρία, πρέπει να καταστεί κατανοητό ότι, η ελληνική επιχειρηματικότητα δεν ζητά προεκλογικές υποσχέσεις από το βήμα της ΔΕΘ. Ζητά ένα συνεκτικό σχέδιο που να μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα και με χρονοδιάγραμμα.

 

Πρέπει επίσης να καταστεί κατανοητό ότι, οι εξαγγελίες στη φετινή ΔΕΘ δεν αποτελούν απλώς το ετήσιο πολιτικό και οικονομικό γεγονός του Σεπτεμβρίου. Είναι η αφετηρία ενός κύκλου προσδοκιών, αποφάσεων και δεσμεύσεων που επηρεάζουν άμεσα την πραγματική οικονομία. Ιδιαίτερα όταν η χώρα εισέρχεται σε προεκλογική τροχιά, το διάστημα που μεσολαβεί από τις εξαγγελίες της ΔΕΘ μέχρι την προσφυγή στις κάλπες αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Είναι ο χρόνος κατά τον οποίο κρίνεται η αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής. Η αγορά δεν αξιολογεί πλέον μόνο το ύψος των παροχών ή τον αριθμό των μέτρων. Αξιολογεί κυρίως τη συνέπεια, την ταχύτητα εφαρμογής και τη δυνατότητα των εξαγγελιών να μετατραπούν σε πραγματικές μεταρρυθμίσεις. Οι επιχειρήσεις δεν χρειάζονται έναν ακόμη κατάλογο υποσχέσεων. Χρειάζονται ένα σταθερό περιβάλλον που θα τους επιτρέπει να επενδύσουν, να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας και να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητά τους. Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σήμερα σε καλύτερη θέση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, όμως οι προκλήσεις παραμένουν μεγάλες. Το υψηλό κόστος χρηματοδότησης, οι γεωπολιτικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, το ενεργειακό κόστος, οι πιέσεις στις μεταφορές, η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού και οι αυξανόμενες υποχρεώσεις ψηφιακής συμμόρφωσης εξακολουθούν να επιβαρύνουν την καθημερινότητα των επιχειρήσεων.

 

Ο «Δεκάλογος της Επιχειρηματικότητας» που κατέθεσε το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς σε όλα τα πολιτικά κόμματα δίνει προτεραιότητα στις μόνιμες φορολογικές ελαφρύνσεις αντί των έκτακτων επιδομάτων, στη μείωση του μη μισθολογικού κόστους, στη διευκόλυνση της πρόσβασης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση, στην αντιμετώπιση του υψηλού ενεργειακού κόστους, στην επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων, στην αναβάθμιση των υποδομών logistics, στην ενίσχυση της εξωστρέφειας, στην ψηφιοποίηση χωρίς νέα γραφειοκρατία, στην επένδυση στις δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού και στη διαμόρφωση ενός σταθερού επενδυτικού περιβάλλοντος. Κεντρική θέση του ΕΒΕΠ είναι ότι η αγορά δεν χρειάζεται μόνο ένα πακέτο προσωρινών παροχών, αλλά ένα συνεκτικό σχέδιο ανάπτυξης και μόνιμων μεταρρυθμίσεων.

 

Το ΕΒΕΠ δεν παρουσιάζει τις προτάσεις του ως «κόστος», αλλά ως «επένδυση στην ανάπτυξη» με μικτό δημοσιονομικό αποτύπωμα περίπου 700 εκατ. ευρώ και με καθαρό περίπου 400 εκατ. ευρώ, μετά και τις αναμενόμενες υπεραποδόσεις 2,2 δισ. ευρώ του 2026. Αυτό αποτελεί μια ισορροπημένη και αξιόπιστη προσέγγιση, αφού το ποσό αντιστοιχεί σε περίπου 0,3% του ΑΕΠ, ενώ είναι δημοσιονομικά διαχειρίσιμο και δεν ξεπερνά το 24% των αναμενόμενων από 1,3 έως 2 δισ. ευρώ μέτρων ελάφρυνσης.

 

Το χρονικό διάστημα από τη ΔΕΘ μέχρι τις εκλογές είναι ίσως το σημαντικότερο της κυβερνητικής θητείας. Είναι η περίοδος κατά την οποία η κυβέρνηση καλείται να αποδείξει ότι οι εξαγγελίες της δεν αποτελούν απλώς προεκλογικές δεσμεύσεις, αλλά εφαρμόσιμες πολιτικές με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.

 

Η επιχειρηματική κοινότητα δεν ζητά υπερβολές ούτε πολιτικές που θα θέσουν σε κίνδυνο τη δημοσιονομική σταθερότητα της χώρας. Ζητά προβλεψιμότητα. Ζητά συνέχεια στις μεταρρυθμίσεις. Ζητά σταθερούς κανόνες λειτουργίας της αγοράς. Ζητά ένα κράτος που θα λειτουργεί ως σύμμαχος της αγοράς. Αυτό που χρειάζεται σήμερα η οικονομία είναι λιγότερη αβεβαιότητα και περισσότερη εμπιστοσύνη.

 


Αποστολή με email Εκτυπώσιμη μορφή